Η μετάλλαξη της μουσικής ερμηνείας κατά το 19ο αι. ως συνειδητή διαδικασία και η απομάκρυνση από αυτό που σήμερα ονομάζουμε ‘στιλιστικά τεκμηριωμένη ερμηνεία’.

Απόσπασμα από το πολύ καλό βιβλίο του Helmut Perl, Rhytmische Phrasierung in der Musik des 18.Jahrhunderts (ρυθμική φραστική της μουσικής του 18ου αι.), του 1984 (αναθεωρημένη έκδοση του 1998). Το απόσπασμα βασίζεται σε κείμενα του Wagner (δημοσιευμένα το 1898) και σε υλικό από πρόβες του Furtwaengler:

…Ο Βάγκνερ ανέπτυξε τις ιδέες του περί μελωδίας, ορχηστρικού παιξίματος και τραγουδιού –σχέση μουσικής και λόγου- σε ένα δημοσίευμα του 1869 στο “Neuen Zeitschrift fuer Musik” με τίτλο  «Για την τέχνη της Διεύθυνσης».

Έβρισκε το ορχηστρικό παίξιμο περί τα μέσα του 19ου αιώνα ως μη ικανοποιητικό. Δήλωνε «έκπληκτος για τη μετριότητα της μοτσάρτειας καντιλένας», που ο ίδιος είχε χαρακτηρίσει και ερμήνευε ως «γεμάτη συναίσθημα» (Wagner 1898 VIII σ. 269). Εδώ γίνεται αντιληπτή η αντίφαση του κλασικού τρόπου εκτέλεσης και της ρομαντικής αντίληψης για τη μελωδία. Ο Βάγκνερ έβρισκε ιδιαίτερα ενοχλητικούς τους «επιτηδευμένους τονισμούς στα έγχορδα», ενώ έβλεπε ως ιδανικό τρόπο και βάση του ορχηστρικού παιξίματος την «ολοκληρωτικά ομοιόμορφη εκτέλεση». Αλλαγές στα τόξα και τις χορδές έπρεπε να μην ακούγονται (Wagner 1898 VIII σ. 272). Ο Βάγκνερ αρνιόταν τις αποχρώσεις που προέκυπταν από τις συμβάσεις στις τεχνικές παιξίματος. Αυτές αποτελούσαν  όμως δομικά στοιχεία της εκτέλεσης της μουσικής του 18ου αιώνα.

Ομοίως, και το σβήσιμο του ήχου (Tonmoderation) ήταν αντικείμενο της κριτικής του Βάγκνερ: «όταν περάσει η πρώτη δύναμη της επαφής του τόξου με τη χορδή, σε νότες που έπρεπε να κρατηθούν σε διάρκεια, ο ήχος άρχιζε να γίνεται όλο και πιο λεπτός και κατέληγε σε ένα συνεσταλμένο pianissimo». Η άποψή του για αυτό το θέμα  ήταν το ομοιόμορφο, δυνατό κράτημα του ήχου, «ως βάση κάθε δυναμικής, όπως στο τραγούδι, έτσι και στην ορχήστρα». Τότε οι ορχήστρες και οι μαέστροι δεν είχαν ιδέα από αυτό τον τρόπο παιξίματος  (Wagner 1898 VIII σ. 283).

Ο Βάγκνερ υποστήριξε αυτό τον νέο ορχηστρικό ήχο. Φυσικοί τονισμοί, ελαφρύ τόξο, διαφοροποιημένες διάρκειες φθόγγων και η δυναμική μορφοποίηση ενός μεμονωμένου φθόγγου διαγράφονται χάριν του ομοιόμορφου κρατήματος του ήχου και ενός σφιχτού Legato. Με βάση αυτά δούλευαν οι ορχήστρες και τον 20ο αιώνα, όπως φαίνεται από ντοκουμέντα δοκιμών –π.χ. του W. Furtwaengler.

Οι μουσικοί της ορχήστρας ήταν αρχικά εναντίον των οδηγιών αυτών του Βάγκνερ και δεν μπορούσαν να τις κατανοήσουν. Χρειάστηκαν εντατικές πρόβες ώστε να εξαλειφθεί το παλαιό ύφος παιξίματος. (Wagner 1898 VIII σ. 283).

Όλες αυτές οι αλλαγές επέβαλαν και μια αναθεώρηση της σχέσης μουσικής-λόγου. Ενώ στη μουσική του 18ου αι. τα στοιχεία του λόγου υπήρχαν και στην φωνητική αλλά και την οργανική μουσική,  η μελωδία του 19ου αι. προοδευτικά χάνει  τα στοιχεία αυτά. Ο όρος ‘cantabel’ στη μουσική του 18ου αι. σημαίνει ένα ύφος εκτέλεσης με αποχρώσεις που προέρχονται από την εκφορά του προφορικού λόγου. (σ.τ.μ.: αυτό εννοεί και ο Μπαχ στην εισαγωγή των Ινβενσιόν όταν ζητά από το μαθητή να μάθει να παίζει ‘cantabile’). Απεναντίας, η ‘Kantilene’ του 19ου αι. εξελίσσεται σε μια συναισθηματικά φορτισμένη μελωδία που εκτελείται με τρόπο ομοίως φορτισμένο.

Έτσι, οι παλαιές τεχνικές ερμηνείας που προέρχονται από τα παλαιά όργανα και τον τρόπο παιξίματός τους, εξαλείφονται στον 19ο αιώνα, εξαιτίας νέων καλλιτεχνικών ιδεών…

Η μετάφραση από τα Γερμανικά είναι δική μου, όπως και οι τονισμοί και υπογραμμίσεις.

Με αντίστοιχο τρόπο, ο Adolph Kullak, αδερφός του Theodor Kullak, πέρασε ανάλογες αλλαγές και στο πιανιστικό παίξιμο.

Αυτό, ως μία απάντηση σε όσους τυχόν αμφιβάλλουν πως ο σωστός τρόπος εκτέλεσης των έργων του 18ου αι. (θα έλεγα και αυτών του 1ου μισού του 19ου) απέχει έτη φωτός από τον σημερινό ‘mainstream’, ή σε όσους διερωτώνται «γιατί».

Advertisements

About this entry